Γεωπολιτική

Πόσο ενωμένο είναι το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου;

Απόδοση κειμένου/Επιμέλεια: Έλλη Κάτσικα

Από τότε που ξεκίνησαν οι αραβικές εξεγέρσεις το 2010, και τα έξι κράτη-μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) είναι απορροφημένα με την επιβίωση του καθεστώτος, το οποίο υπαγορεύει το πώς θα προβάλλουν τη δύναμή τους πέρα από τα σύνορά τους.

Όταν η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και σε μικρότερο βαθμό το Ομάν προβάλλουν τη δύναμή τους στο εξωτερικό, οδηγούνται από τις δικές τους εσωτερικές προκλήσεις κι όχι από την συναίνεση του Κόλπου. Κατά συνέπεια, οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου έχουν υιοθετήσει σχέδια τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τα περισσότερα αραβικά κράτη όπως είναι η Λιβύη, η Αίγυπτος, η Υεμένη και η Συρία.

Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι αποφασισμένοι να εμποδίσουν την άνοδο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Βόρεια Αφρική, αλλά μέχρι πρόσφατα το Κατάρ την υποστήριζε ενεργά. Με τη Συρία, σχεδόν όλα τα κράτη του Συμβουλίου, με εξαίρεση το Ομάν, ήταν πρόθυμα να υποστηρίξουν τους λεγόμενους μετριοπαθείς αντάρτες, ένας όρος που γίνεται όλο και πιο ασαφής από τότε που ξεκίνησε η συριακή εξέγερση, πέντε χρόνια νωρίτερα. Η θρησκευτική ατζέντα της Σαουδικής Αραβίας και του Μπαχρέιν- το κάθε ένα έχει έννομο συμφέρον να παρουσιάσει τη δική του τοπική διαμαρτυρία ως μια ιρανική σιιτική συνωμοσία εναντίον του- δεν αντηχεί καλά στο Κουβέιτ και στο Ομάν.

Όταν τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου πρέπει να προβάλλουν τη δύναμή τους στο εξωτερικό, πυροδοτούν την φαντασία των πολιτών τους με υπερεθνικισμό, το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιόδους περιφερειακής αναταραχής, πολιτικής αστάθειας και οικονομικής δυσπραγίας.

Ο παλιός, ήπιος εθνικισμός που αμέσως ακολούθησε τη δημιουργία των εθνών-κρατών του Κόλπου εξελίσσεται σε μια δυναμική, υπερεθνικιστική τάση επικεντρωμένη στην στρατιωτικοποίηση- συγκεκριμένα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, όπου και οι δύο χώρες προβάλλουν τους εαυτούς τους σαν να βρίσκονται σε πόλεμο με έναν Ιρανό εντολοδόχο τα πλοκάμια των οποίων φθάνουν μέχρι το κατώφλι τους στην Υεμένη. Και στις δύο χώρες, σημαντικά άτομα της κυβέρνησης δίνουν εντολές στις ένοπλες δυνάμεις και είναι παρόντα σε όλα τα επίπεδα των στρατιωτικών θεσμών, αποδεικνύοντας έτσι στους υπηκόους τους ότι είναι πρόθυμοι να πεθάνουν για το έθνος τους. Το Μπαχρέιν δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει το παράδειγμα αυτό, καθώς η εύθραυστη εσωτερική πολιτική είναι σταθεροποιημένη από μια περιχαρακωμένη αφήγηση για το πώς το Ιράν προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει το μικρό βασίλειο μέσω των σιιτών του Μπαχρέιν.

Στον Περσικό Κόλπο, οι υιοί των βασιλιάδων, οι εμίρηδες και οι σεΐχηδες παρουσιάζονται ως πρόθυμοι να πεθάνουν για την πατρίδα στη μάχη, όπως οι κοινοί θνητοί. Σε αυτόν τον στρατιωτικοποιημένο υπερεθνικισμό, βασιλείς και υπήκοοι γίνονται ίσοι με έναν απατηλό τρόπο, καλύπτοντας έτσι παλιές ιεραρχίες και ανισότητες, ειδικά σε περιόδους μείωσης πόρων και ευημερίας.

Με κάποιον τρόπο, ο υπερεθνικισμός αναμένεται να ομογενοποιήσει τα πλήθη και να τους μετατρέψει σε μια οντότητα. Κυρίως όμως, όλος αυτός ο ακραίος πατριωτισμός υπόσχεται να συγκεντρώσει τα θραύσματα του έθνους σε μια φαντασιακή κοινότητα.
Οι αντιφατικοί στόχοι των κρατών του Κόλπου στον αραβικό κόσμο μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των ισλαμιστών και των μη ισλαμιστών, ενισχύοντας τον στρατό εναντίον της κυβέρνησης, δημιουργώντας εξάρτηση από τους πόρους του Κόλπου και δημιουργώντας νέες σχέσεις προστάτη-πελάτη ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης των συγκεκριμένων καθεστώτων. Αυτοί οι συγκρουόμενοι στόχοι μπορεί να έχουν συμβάλλει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην αύξηση των ισλαμιστών μαχητών σε όλη την περιοχή. Μέχρι στιγμής, είναι δύσκολο να βρεθούν στοιχεία της πρόσφατης επέκτασης τους Κόλπου που οδηγούν σε θετική, μακροπρόθεσμη δημοκρατική κυβέρνηση σε όλη την περιοχή από το Μπαχρέιν μέχρι το Κάιρο, χωρίς να γίνει αναφορά στη Συρία και την Υεμένη. Οι περιφερειακές παρεμβάσεις μπορεί επίσης να είναι καταστροφικές σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Τόσο η Υεμένη όσο και η Συρία είναι δυνατά παραδείγματα για το πώς η επιθετική πολιτική όπλων του Κόλπου δεν έχει συμβάλλει στην σταθερότητά τους αλλά είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει περαιτέρω εντάσεις, συγκρούσεις και θανάτους αμάχων.

Μέσα στον ίδιο τον Κόλπο, οι παρεμβάσεις στο εξωτερικό έχουν οδηγήσει σε διάφορα αποτελέσματα, τα οποία συνέβαλλαν στην επιβίωση του καθεστώτος, έστω και βραχυπρόθεσμα.
Πρώτον, οι παρεμβάσεις έχουν σιγήσει τους ισλαμιστές του Κόλπου, ειδικά εκείνους που επέκριναν τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας για τη διευκόλυνση της απομάκρυνσης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από την εξουσία στην Αίγυπτο.

Το καλοκαίρι του 2013, πολλοί ισλαμιστές του Περσικού Κόλπου συμμερίστηκαν τα δεινά των Αιγυπτίων ομολόγων τους. Ακτιβιστές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Κόλπου κυκλοφόρησαν υπομνήματα επικρίνοντας όλες τις κυβερνήσεις του Συμβουλίου Συνεργασίας και καταδικάζοντάς τες για την οικονομική στήριξη που είχαν δώσει στον Στρατηγό Abdel Fattah al-Sisi. Ενώ όλοι οι ακτιβιστές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Κόλπου συντόνισαν τις προσπάθειές τους για να απορρίψουν τις πολιτικές των κυβερνήσεων τους, στη Σαουδική Αραβία δύο διάσημοι ακτιβιστές, ο Mohsen al-Awaji και ο Mohammad al-Arif, κλήθηκαν για ανάκριση. Αργότερα τους απαγορεύτηκαν τα ταξίδια.

Η συμπόνια για την Μουσουλμανική Αδελφότητα έγινε ταμπού. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πολλοί ακτιβιστές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κρατούνται μέχρι και σήμερα. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ασκούν πίεση στο Κατάρ για να εκδιώξει τους ακτιβιστές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και να σταματήσει να υποστηρίζει τους Αιγύπτιους ακτιβιστές. Τέλος, οι νόμοι κατά της τρομοκρατίας στην Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έθεσαν εκτός νόμου την οργάνωση μετά την παρουσίασή της ως τρομοκρατική οργάνωση.

Δεύτερον, οι παρεμβάσεις των χωρών του Κόλπου τόσο στην Συρία όσο και στην Υεμένη πλαισιώθηκαν από την αρχή από μια «αποφασιστικότητα εναντίον του Ιράν». Αυτό απευθυνόταν στους Ισλαμιστές του Συμβουλίου Συνεργασίας και στιγμιαία απορρόφησε τον θυμό τους προς την προηγούμενη παρέμβαση των κυβερνήσεων τους στην Αίγυπτο.

Με εξαίρεση το Ομάν, όλοι οι Ισλαμιστές του Κόλπου από τη Μανάμα (πρωτεύουσα του Μπαχρέιν) μέχρι το Ριάντ εξέφρασαν αυξανόμενη υποστήριξη για τις κυβερνήσεις, παρόλο που αυτές οι κυβερνήσεις είχαν εφαρμόσει κατασταλτικά μέτρα εναντίον τους και περιόρισαν τις δραστηριότητές τους. Πολλοί ισλαμιστές ακτιβιστές άρχισαν να εκφράζουν την υποστήριξή τους στις κυβερνήσεις τους με σκοπό να δείξουν την αντοχή τους ενάντια στην ιρανική σιιτική επέκταση στον αραβικό κόσμο.

Οι Ισλαμιστές βλέπουν τις παρεμβάσεις των χωρών του Κόλπου στη Συρία και στην Υεμένη ως εκδίκηση για τα δεινά των Σουνιτών στο Ιράκ και στη Συρία. Λίγο πριν το πραξικόπημα στην Αίγυπτο, ο διάσημος Σαουδάραβας Σαλαφιστής Mohammad al-Arifi μαζί με άλλους Ισλαμιστές κάλεσε δημόσια για τζιχάντ στη Συρία. Ένα χρόνο αργότερα, ο ίδιος αρνήθηκε αυτή του την πράξη. Έγινε ένθερμος υποστηρικτής του πολέμου της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, αντικαθιστώντας τον λευκό του μανδύα με μια στρατιωτική στολή για να ενθαρρύνει τους Σαουδάραβες στρατιώτες που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή.

Η επέμβαση στην Υεμένη μίκρυνε προσωρινά το χάσμα μεταξύ των κυβερνήσεων και των Σαλαφιστών, διατηρώντας παράλληλα τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στον κόλπο. Εκτός από τον στρατιωτικό υπερεθνικισμό που αναφέρθηκε νωρίτερα, τώρα έχουμε ένα σαλαφιστικό εθνικισμό, ένα θανατηφόρο κοκτέιλ σεχταριστικού και δημοφιλούς εθνικισμού.
Από τη σκοπιά πολλών χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, ο ακραίος εθνικισμός στην στρατιωτική και σαλαφιστική του έκδοση μπορεί να είναι το εμβόλιο αυτή τη στιγμή για να αποκρούσει τα εγχώρια προβλήματα, και κυρίως τις προκλήσεις της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Αλλά οι μακροπρόθεσμες, καταστροφικές συνέπειές του θα μπορούσαν να ξεσπάσουν σύντομα. Οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου θα μπορούσαν να πληρώσουν υψηλό τίμημα επειδή πυροδοτούν την φαντασία με θεατρικό υπερεθνικισμό- έναν τίμημα που λαμβάνεται στα πεδία μάχης.

Η καταστολή ορισμένων Ισλαμιστών και η προώθηση των άλλων μπορεί να είναι μια καλή στρατηγική του διαίρει και βασίλευε, αλλά ενδυναμώνοντας τους σεχταριστικούς Σαλαφιστές και αγκαλιάζοντας την ατζέντα τους δεν αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Μπαχρέιν. Η Σαουδική Αραβία ήδη πλήρωσε ακριβά το τίμημα για αυτό το 2015 όταν το Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη για 15 τρομοκρατικές επιθέσεις σε τζαμιά Σιιτών και σε άλλες δυνάμεις ασφαλείας. Το Κουβέιτ, επίσης, έχει δει τη σκοτεινή πλευρά αυτού με καταστροφικές επιθέσεις σε τόπους λατρείας Σιιτών.

Υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή που χωρίζει τους Σαλαφιστές που αγκαλιάζει η Σαουδική Αραβία και το Ισλαμικό Κράτος σε επίπεδο ιδεολογίας και πρακτικής. Η λεπτή γραμμή σχετίζεται με τη θέση τους σχετικά με την νομιμότητα του Σαουδαραβικού καθεστώτος. Οι εγχώριοι Σαλαφιστές επικηρύττουν την εξέγερση εναντίον της βασιλικής οικογένειας, ενώ το Ισλαμικό Κράτος το αντίθετο. Οι Σαουδάραβες Σαλαφιστές γράφουν αναφορές στους κυβερνώντες, ενώ το Ισλαμικό Κράτος υιοθετεί βίαιες στρατηγικές. Πόσο καιρό μπορεί να διατηρηθεί αυτός ο διαχωρισμός; Προς το παρόν, οι Σαουδάραβες Σαλαφιστές φαίνεται να είναι ικανοποιημένοι με την υπακοή στο εσωτερικό και την τζιχάντ στο εξωτερικό.

Όσο τα ταμεία έχουν αρκετά κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν παρεμβάσεις του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου στο εξωτερικό, οι οποίες διατηρούν την εγχώρια διαφωνία υπό έλεγχο, χώρες του Συμβουλίου μπορούν να επιβιώσουν από την τρέχουσα περιφερειακή αναταραχή. Αλλά η οικονομική ανάπτυξη σκοντάφτει κάτω από την πίεση της δραστικής μείωσης των τιμών του πετρελαίου. Μένει να δούμε αν η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου θα επιβραδύνει τις παρεμβάσεις του Κόλπου στον αραβικό κόσμο. Πιο σημαντικό είναι το ζήτημα του κατά πόσο οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολιτικές επιπτώσεις στον ίδιο τον Κόλπο. Όταν μια χώρα του Κόλπου, ειδικά μία όπως η Σαουδική Αραβία, παύει να θεωρείται από τους ισλαμιστές ως ηγέτιδα των θρησκευτικών πολέμων υπέρ των Σουνιτών, οι δικοί της Σαλαφιστές μπορεί να σταματήσουν να την υποστηρίζουν.

Μήπως αυτό θα αναβίωνε τον ενθουσιασμό για τζιχάντ στο εξωτερικό, το οποίο διατηρεί τις περιφερειακές συγκρούσεις; Θα μπορούσε. Μήπως οι Σαλαφιστές θα εναντιώνονταν στην ίδια τους την κυβέρνηση για την βραδύτητα όταν πρόκειται για την υπεράσπιση των συμφερόντων των Σουνιτών και θα μετέβαιναν από την γραπτή αναφορά στην τρομοκρατία; Εάν έχουμε μάθει ένα μάθημα από την ιστορία τις αλληλεπιδράσεις της Σαουδικής Αραβίας με την al-Qaeda, είναι πιθανό ότι ορισμένοι από τους νέους Σαλαφιστές θα κάνουν αυτό ακριβώς.

Πηγή/icmu.nyc.gr/al-monitor.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s