Γεωπολιτική

Τουρκική επιθετικότητα και αντιμετώπισή της

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ: Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η Ερντογανική μορφή εξουσίας που οικοδομείται, δηλαδή μια προσωποπαγής, ιδεολογικά ασαφής και απροσδιόριστη δομή εξουσίας, δημιουργεί ένα πρόβλημα, όχι μόνο ως προς την περιγραφή του νέου προφίλ εξουσίας, αλλά και ως προς το μέλλον της σημερινής κατάστασης, εάν θα θεσμοθετηθεί ή θα παραμείνει προσωποκεντρική.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά τη σωτήρια διάσωσή του από το αποτυχημένο πραξικόπημα που επεχειρήθη εις βάρος του και τις μαζικές εκκαθαρίσεις που επέβαλε σε όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος της χώρας του, αρχής γενομένης από το στράτευμα, το οποίο επιχειρεί να θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του, προβάλλει ένα εσωτερικό, κυρίως όμως διεθνές προφίλ αλαζονικής εξουσίας, η οποία αναδύεται στο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας κρατικής οντότητας σύγχρονης σατραπείας. Ο Ερντογάν οικοδομεί ένα ηγεμονικό κράτος, το οποίο ασκεί εσωτερική απόλυτη εξουσία, προβάλλοντας ταυτόχρονα την παράσταση της μεγάλης, περιφερειακής δύναμης, η οποία επιχειρεί να υπαγάγει τον διεθνή της περίγυρο στη δική της άμεση πολιτική επιρροή.

Αυτό που συνέβη μετά το πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου και την ανάδυσή του σε απόλυτο ηγέτη της Τουρκίας, παραπέμπει σε μια ίσως μοναδική εξέλιξη στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Τουρκίας, γιατί, όσοι Τούρκοι ηγέτες από τη δεκαετία του 1950 επιχείρησαν να αναπτύξουν μιαν αρχηγική φυσιογνωμία, η οποία να επιβληθεί στο πολιτικό σύστημα και να ασκεί επιρροή στον διεθνή περίγυρο της χώρας, προσέκρουαν εν τέλει στον έλεγχο του στρατεύματος, ο οποίος, όταν η εξουσία αυτή ξέφευγε ορισμένων ορίων, παρενέβαινε καταλύοντας την τουρκική όποια δημοκρατική νομιμότητα. Το ίδιο έγινε το 1960, το 1971, το 1980, το 1997. Η διαφορά της σημερινής εξέλιξης είναι πως ο Ερντογάν, έχοντας γνώση και εμπειρία από το παρελθόν, ξεκίνησε το ξήλωμα του παλαιού πολιτικού συστήματος από το στράτευμα.

Οι πρώτες εκκαθαρίσεις που έγιναν ήταν σε όλα τα επίπεδα του στρατεύματος για να προλάβει τη γνωστή παρεμβατική του λειτουργία, ενώ στη συνέχεια επεκτάθηκε στη δημόσια διοίκηση, στο δικαστικό σώμα, στην εκπαίδευση, στον Τύπο και εν γένει σε κρίσιμους για τη λειτουργία του κράτους τομείς του πολιτικού συστήματος. Ο Ερντογάν επιχειρεί να μετατρέψει τον εαυτό του και το σύστημα εξουσίας του σε δομή τού πολιτικού συστήματος, που να είναι σε θέση να ελέγχει όλες τις κρατικές λειτουργίες, οι οποίες άπτονται της δημόσιας διοίκησης και των συστημάτων ασφάλειας.

Στο πλαίσιο αυτού του νέου τουρκικού πλαισίου εξουσίας, το οποίο δεν έχει σχέση με το απερχόμενο, δηλαδή το Κεμαλικό στρατογραφειοκρατικό, η Ερντογανική μορφή εξουσίας που οικοδομείται, δηλαδή μια προσωποπαγής, ιδεολογικά ασαφής και απροσδιόριστη δομή εξουσίας, δημιουργεί ένα πρόβλημα, όχι μόνο ως προς την περιγραφή του νέου προφίλ εξουσίας, αλλά και ως προς το μέλλον της σημερινής κατάστασης, εάν θα θεσμοθετηθεί ή θα παραμείνει προσωποκεντρική. Η σημερινή κατάσταση, που είναι μεταβατική με άγνωστες τις δυνατότητες που ίσως διαθέτει για θεσμοθετημένη εξουσία, δεν γνωρίζει κανείς ποια διάρκεια μπορεί να έχει και κυρίως εάν θα αντέξει μετά τον Ερντογάν, δηλαδή εάν θα γίνει καθεστώς. Δεν μπορεί κανείς, επίσης, να πει ποιες δυνάμεις μπορεί να παρέμειναν ισχυρές στο στράτευμα και εάν παραμένει ικανό σε μια δεδομένη στιγμή να αντιδράσει. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως ο Ερντογάν χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να εμπεδώσει μια προσωποπαγή απόλυτη εξουσία.

Η κατάσταση αυτή, όχι μόνο ως προς τη σημερινή της δυναμικά επιθετική διάσταση, αλλά κυρίως ως προς το μέλλον αυτού του ιδιότυπου καθεστώτος που οικοδομείται, δημιουργεί μεγάλα ερωτηματικά σε σχέση με το ελληνικό κράτος με αυτόν τον εξόφθαλμα πλέον αλαζονικό γείτονα, του οποίου οι σχεδιασμοί και η επιθετικότητα μπορούν να λάβουν ανά πάσα στιγμή διαστάσεις εν τοις πράγμα σι αναθεωρητικές, στον βαθμό, μάλιστα, όπως οι ίδιοι δηλώνουν, πως η Ευρώπη, που αποτελούσε μέχρι τώρα το δέλεαρ που πρόβαλλαν Αθήνα και Βρυξέλλες προς την Άγκυρα, δεν τους ενδιαφέρει.

Επομένως, Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να προχωρήσουν σε σχεδιασμό της ελληνικής άμυνας σε όλα τα επίπεδα, προβλέποντας κάθε σενάριο που μπορεί να λάβει χώραν σε σχέση με Κύπρο και Αιγαίο, ώστε να μην βρεθούμε εκ των υστέρων παγιδευμένοι στο ίδιο το πλαίσιο μιας πολιτικής που θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί εγκαίρως και αποτελεσματικά. Τα κράτη δεν σχεδιάζουν πολιτικές μόνο για την ημέρα που συμβαίνει κάτι. Αυτό θα ήταν εντελώς αναποτελεσματικό. Αντιθέτως, προετοιμαζόμαστε για να είμαστε αποτελεσματικοί στις δυσκολίες και τα προβλήματα που έρχονται.

Εξάλλου είναι γνωστό, όπως μαρτυρούν μεγάλοι φιλόσοφοι και ιστορικοί, όπως ο Αριστοτέλης και στην εποχή μας ο Μαξ Βέμπερ, η έννοια της πολιτικής ταυτίζεται με την πρόβλεψη, δηλαδή την ικανότητα της πόλης, του κράτους, της χώρας να εκτιμήσει τις εξελίξεις και να σχεδιάσει πολιτικές αντιμετώπισης αυτού που έρχεται, ώστε να είναι αποτελεσματικές οι πολιτικές που αναπτύσσονται και έχουν ως στόχο την ικανοποίηση του εθνικού συμφέροντος.

Πηγή: icmu.nyc.gr

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...